Πάτρα > Τοπικά Τραγούδια

Δημοτικά Τραγούδια

Ήθελα να ήμουν όμορφος, να ήμουν και παλικάρι,
Να ήμουνα και τραγουδιστής – δεν ήθελα άλλη χάρη!


  Ο Λαϊκός Πολιτισμός που δεν είναι άλλο από το σύνολο ηθικών, πνευματικών και υλικών αξιών, παράγεται από τον ίδιο το λαό ο οποίος και τον χρησιμοποιεί για να προάγει τη ζωή του. Πρόκειται λοιπόν για ένα πολιτισμό που έχει ανώνυμο δημιουργό και είναι κατασκεύασμα συλλογικό που γίνεται αποδεκτό και μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά. Για την άνθιση του Λαϊκού Π
ολιτισμού καθοριστική ήταν η μορφή των κοινωνιών εκείνης της εποχής που είχαν ένα μέγα προνόμιο: οι άνθρωποι εκείνων των παλιών, μικρών, κλειστών κοινωνιών επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα είναι προφανές. Σήμερα, μετά από ένα και περισσότερο αιώνα, το παλιό έχει ταξιδέψει, έχει αναγνωριστεί και έχει ριζώσει στο νέο.

  Μια μορφή του λαϊκού πολιτισμού είναι και το δημοτικό τραγούδι που αποτελεί ένα ομοιόμορφο κράμα μουσικής, ποίησης και χορού και προφανώς είναι δημιούργημα του λαού και συγκρικριμένα μιας μερίδας ανθρώπων που είχαν ανεπτυγμένο το μουσικό αισθητήριο, που είχαν μια ποιητική έφεση, που ήταν από τη φύση τους χαρισματική και όχι απαραίτητα μορφωμένοι. Ήταν εκείνη η μερίδα των ανθρώπων που με τα δημιουργήματά τους μιλούσαν στη καρδιά και στη ψυχή του λαού. Και αυτή η «ομιλία» των δημιουργών ήταν τόσο μεγάλη που η μουσική τους, τα τραγούδια τους ταξίδεψαν και πέρασαν τα ανυπέρβλητα σύνορα του χρόνου...

  Ποιοι ήταν όμως οι
πραγματικοί δημιουργοί των δημοτικών τραγουδιών; Μα οι καθημερινοί άνθρωποι σε διάφορες στιγμές του βίου τους. Οι γυναίκες που με το μοιρολόι τους θρηνούσαν το χαμό του ανθρώπου τους, οι άνδρες που τραγουδούσαν κατά την διάκρεια των κοπιαστικών ωρών στον αγρό, οι κρητικοί που την ώρα του γλεντιού δημιουργούσαν μαντινάδες, οι φίλες που στόλιζαν τη νύφη τραγουδώντας παινευτηκά τραγούδια, η μάνα που λέει τραγούδια για το γιο που έφυγε στη ξενιτιά, ο τσοπάνης που με τη φλογέρα του δημιουργεί μελωδίες, τα αδέλφια που τραγουδούν για το μεγάλο αδελφό που έφυγε για τον πόλεμο.... Είναι απίστευτο πόσες πολλές πληροφορίες μπορεί να συλλέξει κανείς από τα δημοτικά τραγούδια. Όχι άστοχα θα λέγαμε ότι τα δημοτικά τραγούδια άποτελούσαν την εφημερίδα της εποχής.

  Τα βιώματα των προικισμένων δημιουργών, η ανάγκη τους να εκφράσουν τις εμπειρίες τους, το ταλέντο τους να κάνουν τραγούδι αυτό που η κλειστή κοινωνία περνούσε εκείνη τη περίοδο, η λαχτάρα τους να διαδόσουν μέσα από το δημιούργημά τους τα καθημερινά νέα, οδήγησαν στο να παραχθούν όλα τα τραγούδια και οι μουσικές που έχουμε σήμερα παραλάβει. 

  Μπορεί λοιπόν τα τραγούδια να γράφτηκαν σε μια άλλη εποχή αλλά παραμένουν επίκαιρα και διαχρονικά αφού η μουσική συναντά με φοβερή συνέπεια την Ιστορία.


Παραδοσιακή Μουσική και Τραγούδια από την Αχαΐα

  Κάθε κοινωνία είχε τα βιώματά της και αυτό φαίνεται από την παρακαταθήκη που έχει αφήσει. Η ευρύτερη περιοχή της Πελοποννήσου και ειδικότερα η Αχαΐα έχει και αυτή μια Ιστορία που οδήγησε στην διαμόρφωση μιας μουσικής φυσιογνωμίας. Πόλεμοι, μάχες, επαναστάσεις, θάνατοι ήταν αυτά που κυρίεψαν τη ζωή των ανθρώπων της εποχής εκείνης και της περιοχής ετούτης. Αυτή η σκληρότητα της εποχής δεν θα μπορούσε να μην αποτυπωθεί και στα τραγούδια τους.
 

  Η ιστορία μας λέει ότι το 1769 οι Έλληνες, με την υποκίνηση της Αικατερίνης Β΄ της Ρωσίας, επαναστάτησαν εναντίον της Τουρκίας. Η Πελοπόννησος, εκτός από την Τρίπολη και μερικά άλλα οχυρά φρούρια, βρέθηκε σύντομα στα χέρια των επαναστατών. Η Υψηλή Πύλη έστειλε πολυάριθμα στίφη από Αρβανίτες που έπνιξαν την επανάσταση στο αίμα.


  H Πάτρα μετά από σκληρή έφοδο κυριεύτηκε και 3.000 κάτοικοί της, με πρώτο το Δεσπότη τους, σφάχτηκαν.



  Ακολουθεί το δημοτικό
τραγούδι που διάσωσε τη μεγάλη καταστροφή και εξυμνεί τη περιφάνεια των Πατρινών και τη λαχτάρα τους για τη λευτεριά.

Τα παλικάρια του Μοριά κ' οι έμορφες της Πάτρας
ποτές δεν καταδέχονταν πεζοί να περπατήσουν
και τώρα πώς κατάντησαν σκλάβοι στους Αρβανίτες!
Κλαίγουν οι μαύροι τη σκλαβιά, οπού είναι σκλαβωμένοι,
κλαίγουν και τον ξεχωρισμό, το πώς θα ξεχωρίσουν.
Ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει!
Αφήνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα,
χωρίζει κ' έν' αντρόγυνο μια μέρα ανταμωμένο.



  Τα γεγονότα της εποχής κάνουν λόγο για τον αγωνιστή της Επανάστασης του 1821, Γιώργη Γιαννιά ή Γιαννόπουλο ή «Ντελή» ή «Δελή» ή (τρελό) Γιώργη [- 13 Ιουνίου 1821] που ήταν γιος παπά (γι'αυτό τον έλεγαν και «παπαδοπαίδι») αλλά και επίσης αγωνιστή της Επανάστασης, Κωνσταντίνου Γιαννιά. Ο άντρας αυτός καταγόταν από την Προστοβίτσα Αχαϊας, χωριό της Τριταίας


  Ο ΔΕΛΗ-ΓΙΩΡΓΗΣ

Βγήκαν οι Τούρκοι για ζαϊρέ ούλοι καβαλαρία
αναστενάζει η Κάπελις, βογκάει η Πηνεία.
Τα στανοτόπια ρήμαξαν, κλείσανε τα μοναστήρια,
μοιρολογάει η Κάπελις κι ακούγεται στη Ζήρια.
Στη Νοτενά ο καλόγερος στο κιάλι του κοιτάζει
βλέπει τον τόπο να καίγεται και βαριαναστενάζει
φωνάζει το καλογεροπαίδι να πάει στον Ντελή- Γιώργη
να κατεβεί απ’ τον Ωλονό απόψ’ του Αι- Γιώργη
Κι ο Ντελή-Γιώργης έλειπ’ απόψε στην γιορτή του
στην Μπροστοβίτσα γλένταγε μ’ όλο το ορδί του
"Τρία πουλάκια κάθονται στη ράχη στο Ξυβούνι
το’να τηράει την Κάπελη, και τ’ άλλο την Κερτίζα:
το τρίτο το καλλίτερο μοιρολογάει και λεει:
-Διαβάτες που διαβαίνετε εσείς ν’ όπου περνάτε
μην είδατε τον Καπετάν Γιαννιά τον Γιώρη τον λεβέντη
μήτε σε δρόμο φάνηκε, μήτε σε φίλου σπίτι;
-Εψές, προψές τον είδαμε στου Κατσαρού τ’ αλώνια
μ’ εννιά λεβέντες χόρευε, μ’ εννέα Ντερβιναίους
κι από μπονόρα έβριζε, αγάδες φοβερίζει"

  Ο Σπυρίδων Τρικούπης στην ιστορία της Ελληνικής επανάστασης, που έγραψε, τον αναφέρει σαν Γιαννόπουλο που μάλλον ήταν και το πραγματικό του επώνυμο και μας λέει ότι ήταν γνωστός για την τόλμη του. Στα αρχεία της Τσαρικής αστυνομίας ο Γιώργης Γιαννιάς αναφέρεται ως φιλικός.

  Φίλος του πρωτοκλέφτη Ζαχαριά, έδρασε στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα κυρίως στην Αχαΐα και την Ηλεία. Πηγές αναφέρουν ότι πιάστηκε και κρεμάστηκε στην Πάτρα έπειτα από την προδοσία του κουμπάρου του όπως μας το λέει το δίστιχο δημοτικό:

Κουμπάροι φάγανε τον Γιαννιά, κουμπάροι και τον Ζαχαριά

  Ο Γιώργος Γιαννιάς ακολουθούμενος από 100 παλικάρια συγκρούστηκε με 1500 Τουρκολαλαίους στα στενά του Κατσαρού 30 Ιούνη του 1821. Οι άντρες του Καπετάν Γιώργου Γιαννά, περικυκλωμένοι από τους εχθρούς, διέσπασαν τον κλοιό με τα ξίφη στα χέρια αφήνοντας τον αρχηγό με 12 παλικάρια. Ο Γιαννιάς συνέχισε τον πόλεμο επί 8 ώρες με καύσωνα, παρόλο που οι Τούρκοι του πρότειναν δελεαστικούς όρους παράδοσης. Δεν άντεξε όμως ούτε αυτός ούτε και τα παλικάρια του. Ωστόσο η φθορά που επέφερε στον εχθρό ήταν 120 Τούρκοι. 

  Κοντά στην θέση που έγινε η μάχη στα στενά του κατσαρού (σήμερα: Σπαρτουλιά) έχει στηθεί μνημείο προς τιμήν του.

  Πολλά δημοτικά τραγούδι
α εξύμνησαν τον ηρωισμό του ένα από αυτά είναι και το παρακάτω που κάνει λόγο για τη παλικαριά του.

Κάτου στο βάλτο, στο πηγάδι,
κλέφτες ρίχνουν το λιθάρι.
Το πετάν οι Αρβανίτες
και περνάν τους Μοραϊτες.
Του Γιαννιά του κακοφάνη
και τον Καραχάλιο κράζει:
-Καραχάλιο παλικάρι
σήκω, πέτα το λιθαρι,
κι αν περάσεις έν' αχνάρι,
μια ασημένια στο ζουνάρι,
κι αν περάσεις στην πιλάλα,
χάρισμά σου και την πάλα.

  Το 1803, καταδιωκόμενος ο Γιαννιάς από τον παλιό του φίλο Κονταχμέτη το Λαλιώτη, τραυματίστηκε σε μια συμπλοκή και πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Τούρκους, που τον κρέμασαν στην Πάτρα....

  Η σκληρότητα της εποχής μίλησε και ο λαός δεν θα μπορούσε να μείνει βουβός. Έκλαψε το χαμό του και συνάμα τον τραγούδησε με το σχετικό δημοτικό τραγούδι:

Τρία πουλάκια κάθονται στον 'Ωλενο στη ράχη
Το 'να τηράει τα Νεζερά, τ'άλλο τη μέσα Μάνη
Το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέγει:
Ο Γιάννος τί να γίνηκε, ο γυιός του Παπανδρέα;
Αφήνω γειά, ψηλά βουνά και χαμηλοί μου κάμποι
Αφήνω γειά στις Βλάχισσες και γειά στις Βλαχοπούλες
Βρυσούλες με τα κρύα νερά να μη κρουσταλλιασθήτε
Κι εγώ θα πάω να κρεμαστώ ...

  Τον ηρωικό θάνατο του Γιώργη Γιαννιά τραγούδησε ο λαός με το ακόλουθο δημοτι
κό τραγούδι:

Πολλές μανούλες θλίβονται κι ούλες παρηγοριώνται
του Γιώργ' η μάνα θλίβεται, παρηγοριά δεν έχει
στο παραθύρι κάθεται, τους κάμπους αγναντεύει,

τα ριζοβούνια τ' Ωλενού βλέπει σκοτιδιασμένα

μην απ' τα χιόνια τα πολλά, μην από το χειμώνα;
Μήτ' απ' τα χιόνια τα πολλά, μήτ' από το χειμώνα
τον μαύρο Γιώργη έκλεισαν οι άπιστοι Λαλαίοι.
Αυτοί δεν ήσαν λιγοστοί, ήσαν δυο, τρείς χιλιάδες.

Κι ο Γιώργης ήτο μοναχός με δώδεκα νομάτους
Ντερβής Αράπης φώναξεν από το μετερίζι
-«Έβγα, Γιώργη, προσκύνησε και δώσε τ' άρματά σου»
-«Μουρτάτη, πώς με πέρασες να βγω να προσκυνήσω;
Μήγαρις είμαι νιόνυφη τα χέρια να φιλήσω;

Εγώ' μαι ο Γιώργης του Γιανιά, του πρώτου καπετάνιου,
και θα βαστάξω πόλεμο με δώδεκα νομάτους».
Μακροπανάγος φώναξεν από ψηλή ραχούλα
«Βάστα Γιώργη τον πόλεμον, βάστα και το ντουφέκι,

κι εγώ μεντάτι σ'έρχομαι με δύο με τρείς χιλιάδες».
«Τί να βαστάξω, θείε μου, τρείς μέρες και τρείς νύχτες
δίχως ψωμί, δίχως νερό, δίχως καμιά κυβέρνια;»
Ποιός είν'άξιος και γρήγορος να πάη στην Προστοβίτσα,

να πάει να ειπή της Γιώργενας της νεοπαντρεμένης
να μην αλλάξη την Λαμπρή, φλωριά να μην κρεμάση.



Πηγές:
Για τη Λαϊκή Μουσικής μας Παράδοση – Μικρά Μελετήματα του Μπαζιάνα Νίκου.
Εργασία μαθητών του 10ου Γυμνασίου Πάτρας το 2002
Γιώργος Γιαννίας: Βικιπαίδεια,την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια.