Πάτρα > Τοπικές Παραδόσεις

Οι παραδόσεις  του ελληνικού λαού από την περιοχή της Πάτρας
 
  Από το δίτομο έργο του Νικολάου Γ. Πολίτη, που θεωρείται από τα σπουδαιότερα έργα του θεμελιωτή  της Λαογραφίας  στην Ελλάδα,  θα παρουσιάσουμε παραδόσεις που προέρχονται από την περιοχή της Πάτρας.
 

Ενότητα: Έλληνες ανδρειωμένοι, γίγαντες

      Το Δράπανο (Το Δρέπανο)

  Εκεί που είναι τώρα το Δράπανο, ήταν αραγμένο μία φορά ένα καράβι. Επήγε μια γριούλα (η Παναγιά) στον καραβοκύρη και του εζήτησε να την περάσει εις την αντίπερα στεριά, στην Ρούμελη. Εκείνος όμως δεν την εγνώρισε και δεν εδέχτηκε. Τότε η Παναγιά πήρε στην ποδιά της άμμο και χαλίκια, τα έριχνε στη θάλασσα και έφτιανε δρόμο. Και θα έφτανε ως την αντίπερα ακρογιαλιά, αν δεν έτρεχε ο καραβοκύρης που είδε το θάμα κι ετρόμαξε, ναν την παρακαλέσει με δάκρυα και μετάνοιες, να έμπει στο καράβι του να την περάσει.
  Συμπλήρωση: Τις πέτρες που έμειναν στην ποδιά της, πριν ανέβει στο καράβι τις πέταξε όλες μαζί στη θάλασσα. Στο σημείο εκείνο σχηματίστηκε ένα αλώνι με διάμετρο περίπου είκοσι μέτρων. Ο δρόμος, πλάτους περίπου 5 μέτρων εκτείνεται σε 200 μέτρα μέσα στη θάλασσα και σχηματίζει ένα δράπανο με κλίση προς το Ρίον. Αυτή η ξέρα που έχει σχηματιστεί είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος της ορατή όταν η θάλασσα είναι κατεβασμένη και μπορεί κανείς να την περπατήσει με καλό καιρό μέχρι το τέλος της. Έτσι πήρε και το όνομά του το χωριό Δρέπανο.

(Οι παραδόσεις του Ελληνικού λαού, Νικόλαος Γ. Πολίτης, Τόμος Α’, ΣΤ’ Έλληνες ανδρειωμένοι, γίγαντες, σελ.92)

Ενότητα: Άγιοι


    Η πέτρα του κριτή

  Απ’ όξω από την πόρτα της εκκλησίας του Αϊ-Γιαννιού είναι μια πέτρα, που όταν την τρίψεις μ’ άλλη πέτρα βρωμά σαν θειάφι. Αυτή είναι η πέτρα που καθόταν ο κριτής, όταν καταδίκασε τον Άγιο Αντρέα να σταυρωθεί, και από τότε έχει αυτή την άσχημη μυρουδιά.

(Οι παραδόσεις του Ελληνικού λαού, Νικόλαος Γ. Πολίτης, Τόμος Α’, Ι’ Άγιοι, σελ.150)

Ενότητα: Ο Ουρανός, τ’αστρα κι η γη

    Ο Γιάννος και η Μάρω
  Ο Γιάννος και η Μάρω είναι αδέρφια’ η Μάρω όμως είναι πολύ σκληρή αδερφή και πονηρή’ και το Γιάννο τον καημένο, που είναι καλόβολος, τον στέλνει το χειμώνα να δουλεύει απάνω στα βουνά με τους πάγους, και το καλοκαίρι κάτω στους κάμπους, που τον πνίγει η φωτιά του ήλιου. Μόνο μια φορά το χρόνο πλησιάζει ο Γιάννος εις τη Μάρω, αλλά τότε αυτή τον διώχνει ευθύς από κοντά της.

(Οι παραδόσεις του Ελληνικού λαού, Νικόλαος Γ. Πολίτης, Τόμος Α’, ΙΒ’ Ο Ουρανός, τ’ άστρα κι η γή, σελ.174)

    Ο Βοϊδιάς και ο Ωλονός
  Στον καιρό του κατακλυσμού, τα νερά εσηκωθήκανε τόσο ψηλά ώστε εσκεπάσανε όλον το Βοϊδιά και μόνο στην κορφή έμεινε ένας τόπος όσο μπορούσε να σταθεί ένα βόιδι΄και εις τον Ωλονό μόνον ένα μικρό αλώνι έμεινε ασκέπαστο από το νερό στην κορφή. Για τούτο τα δυο βουνά τα λένε Βοϊδιά και Ωλονό.

 (Οι παραδόσεις του Ελληνικού λαού, Νικόλαος Γ. Πολίτης, Τόμος Α’, ΙΒ’ Ο Ουρανός, τ’ άστρα κι η γή, σελ.177)

Ενότητα: Μαχαιρώματα

  Οι κουμπάρες

Ένα συμπεθεριό περνούσε μια φορά πέρα από τον Γαϊδουρόκαμπο (Καλλιθέα, Καλλιθεόκαμπο σήμερα), μισή ώρα μακριά από τη Πάτρα. Εκεί που στρίβει ο δρόμος εις το βάθος της ρεματιάς, ο κουμπάρος εβίασε τη νύφη. Οργίσθη ο Θεός και τους ελίθωσε όλους, και τον κουμπάρο και την κουμπάρα, και το συμπεθεριό και τους γύφτους ακόμη που έπαιζαν τα όργανα. Από τότε τη θέση εκείνη τη λεν Κουμπάρες και φαίνονται λιθωμένοι ο κουμπάρος με τη νύφη, και σ’ άλλο μέρος όλο το συμπεθεριό και παραπέρα ο γύφτος με το ταβούλι του.

(Οι παραδόσεις του Ελληνικού λαού, Νικόλαος Γ. Πολίτης, Τόμος Α’, ΙΔ’ Μαχαιρώματα, σελ.200)

Ενότητα: Στοιχειά και στοιχειωμένοι τόποι

  Η Πατρινέλλα

Η Πατρινέλλα είναι το στοιχειό των Πατρών και κάθεται απάνου στο κάστρο. Είναι γυναίκα και περπατάει τη νύχτα, και όντας θα έρθει κανένα κακό στον τόπο, ακούγεται και κλαίει τη νύχτα. Η Πατρινέλλα δεν κάνει κανένα κακό, και μάλιστα φυλάει την Πάτρα, και για τούτο δεν έρχεται χολέρα, ούτε πανούκλα.
Συμπλήρωση από άλλη πηγή: Στο μεσημβρινό τείχος του φρουρίου σώζεται άγαλμα ακρωτηριασμένο και στον κορμό του έχει τοποθετηθεί κεφαλή από άλλο άγαλμα, η οποία ομοίαζε με τον Δία, κατά μία άποψη. Οι πολλοί τη θεώρησαν του ιδρυτή των Πατρώ
ν , Πατρέα. Η λαϊκή φαντασία διείδε στο άγαλμα αυτό Θεό ή ήρωα θηλυκού γένους και το ονόμασε Πατρινέλλα, που στην περίοδο της Τουρκοκρατίας προάσπιζε την πόλη από ασθένειες και άλλα κακά. Εθεωρείτο προστάτισσα και φρουρός της πόλης.    
 

(Οι παραδόσεις του Ελληνικού λαού, Νικόλαος Γ. Πολίτης, Τόμος Α’, ΚΑ’ Στοιχειά και στοιχειωμένοι τόποι, σελ.318)

  Το στοιχειό του Βελιζιού (σημερινή Κρήνη) 

   Το στοιχειό του Βελιζιού εκαθότανε στην μελικουκιά, το δέντρο που ως τα σήμερα είναι απ΄ όξω από το χωριό. Και ήτανε αυτό βόδι αστεράτο, γιατ’ είχε ένα αστέρι στο κούτελο, ενώ της Οβριάς δεν είχε. Επάλευε με το στοιχειό της Οβριάς, και το ενίκαγε, και εγενότανε πολύ κακό εκεί τριγύρω.
  Μια νύχτα ένας ζούδιαρ
ης (μικρόσωμος άνδρας), ο Γιώργης Καπετάνιος από του Μίραλη, άκουσε μια φωνή, που του είπε να σηκωθεί να ρίξει να σκοτώσει το αστεράτο βόϊδι. Και έτσι χάθηκε το στοιχειό του Βελιζιού.
  Εκείνος ο ζούδιαρης εκάρφωνε τα στοιχειά, και εκάρφωσε και το στοιχειό του Σουλιού, που επαρουσιαζότανε σα γέρος.
  Και για τούτο μια φορά, που πήγαινε ο ζούδι
αρης στη Γουρζούμισσα (σήμερα Λεόντιο), εμαζωχτήκανε σα λαγωνικά, και τον εφάγανε και επέθανε. Και όντας επέθανε, τον εψάξανε, και δεν ηύρανε πουθενά δαγκωματιά σκυλιού, ενώ ακούσανε τις βουηξιές και το κακό που γινότανε όντας του πέσανε απάνου ναν τον φάνε, κάπου στο λαγκάδι.

(Οι παραδόσεις του Ελληνικού λαού, Νικόλαος Γ. Πολίτης, Τόμος Α’, ΚΑ’ Στοιχειά και στοιχειωμένοι τόποι, σελ.323)


  Το στοιχειό του Σαραβαλιού

 Το στοιχειό του Σαραβαλιού επαρουσιαζότανε σα σκυλί και σα φωτιά, και εκαθότανε σ’ ένα μεγάλο δέντρο απ’ όξω από το χωριό. Πολλές φορές εβλέπανε οι άνθρωποι τη νύχτα απάνου στο δέντρο φωτιά, ή ακούγανε βαύισμα σκυλιού, χωρίς να το βλέπουν. Το στοιχειό αυτό εχάθη, γιατί έπεσε προ καιρού αστροπελέκι απάνου στο δέντρο και το έκαψε, και φαίνεται ως τα σήμερα ξερό το δέντρο.

(Οι παραδόσεις του Ελληνικού λαού, Νικόλαος Γ. Πολίτης, Τόμος Α’, ΚΑ’ Στοιχειά και στοιχειωμένοι τόποι, σελ.344)
 
Το στοιχειό της Οβρυάς

  Παλαιά σε μια συκιά φαίνεται πως κάποιος εκάρφωσε ένα στοιχειό από άλλο μέρος, και τούτο είναι το στοιχειό της Οβριάς. Εφανερωνότανε σα βόϊδι, και το ακούγανε οι άνθρωποι που εμούγκριζε, αλλά δεν εβάρειγε. Το στοιχειό αυτό εχάθη τώρα.

  (Οι παραδόσεις του Ελληνικού λαού, Νικόλαος Γ. Πολίτης, Τόμος Α’, ΚΑ’ Στοιχειά και στοιχειωμένοι τόποι, σελ.345)

Ενότητα: Νεράϊδες


Οι νεράϊδες  στ’ αλώνια

  Οι Νεράϊδες στο θέρο πηγαίνουν στ’ αλώνια και παίρνουν το σιτάρι. Γι’ αυτό όταν αλωνιστεί καλά το σιτάρι και θα βγάλουν τα ζώα το βράδυ, αμέσως άμα λύσουν τα ζώα δένουν στο στυγερό σταυρόχορτο και με το δικριάνι κάνουν σταυρούς εις το λιώμα και το μαζεύουν ευτύς σωρό. Όντας θα το λιχνίσουν και αρχίσει να πέφτει το σιτάρι καθαρό, κάνουν αμέσως απάνου σταυρό, γιατί το παίρνουν οι Νεράϊδες.
  Το αραποσίτι δεν το παίρνουν και για τούτο δεν κάνουν τίποτε από αυτά.
 
(Οι παραδόσεις του Ελληνικού λαού, Νικόλαος Γ. Πολίτης, Τόμος Β’, ΚΣΤ’ Νεράϊδες, σελ.126)

Ενότητα: Λάμιες

  Η Μανωλιά

  Μισή ώρα μακριά από το ποτάμι της Λεύκας, λίγο απάνου από το δρόμο των Καλαβρύτων, είναι της Μανωλιάς το Λαγκάδι.
  Η Μανωλιά είναι
γυναίκα με μακριά μαλλιά και κάθεται και χτενίζεται με χρυσό χτένι απάνου στη βρύση, που είναι κει που αρχίζει το λαγκάδι, λίγο παρακάτου, στου Μουσταφά εφέντη τη βρύση. Αν πάει κανείς το καταμεσήμερο ή τα μεσάνυχτα να πάρει νερό, τον βαρεί, και ή πεθαίνει ή τραβάει μακριά αρρώστια.
  Ένας μιά φορά θέλη
σε ναν την ιδεί, και για τούτο επήρε μαζί του έναν ζούδιαρη, που την έβλεπε. Αφού εζύγωσαν κοντά, του λέει ο ζούδιαρης να πάει μπροστά εκείνος, γιατί άμα τον έβλεπε τον ζούδιαρη η Λάμια θα έφευγε. Και εκείνος επήγε μπροστά και ετήραγε στη βρύση και δεν έβλεπε τίποτα. Τότε ο ζούδιαρης έβαλε το χέρι του απάνου του, και αμέσως είδε μια ωραία γυναίκα απάνου στη βρύση, που εχτένιζε τα μαλλιά της, που ήσαν μακριά μακριά και ξανθά.
  Η Μανωλιά γίνεται και ζαγάρι (σκυλί) και τέντα. Μια φορά, επί Τουρκίας ακόμη, ο γέρο-Στάθης ο Οβριαΐτης και ο γέρο-Ρίτζης ήταν δραγάτες (αγροφύλακες) εις εκείνον τον τόπο. Ένα απόγιομα είδανε ένα καράβι στην ακροθαλασσιά και εκίνησαν να πάνε να ιδούνε μην είναι κοντραμπάντο (λαθρεμπορικό), για να τσιμπήσουν τίποτα. Στο δρόμο απαντήσανε ένα ζαγάρι, στης Μανωλιάς το λαγκάδι μέσα, εκεί που πέρναγε ο δρόμος και τους έκοβε τη στράτα, χωρίς να τους βαβίζει (γαυγίζει). Εκείνοι το νοήσανε πως ήτανε το στοιχειό, και δεν εμιλήσανε, αλλά ετράβηξαν το κουμπούρι με ζερβί χέρι και εχάθη το ζαγάρι.
  Αφού επήγανε παρακάτου και επερνάγανε πάλι μες στο λαγκάδι, ακούσανε αποπάνω από το κεφάλι τους παπ, παπ, παπ! Όπως κάνει η τέντα, όταν είναι τεντωμένη και τη φυσάει ο αγέρας και ετηράξανε και είδανε αληθινά μια τέντα από πάνω τους. Και τότε έκαναν το σταυρό τους και εχάθηκε η τέντα, και εγυρίσανε πίσω.
  Το στοιχειό τούτο έχει κάμποσο καιρό που εχάθη και δεν βαρεί πλιά. Και ο κόσμος πηγαίνει άφοβα στη βρύση του Μουσταφά εφέντη και παίρνει νερό.

(Οι παραδόσεις του Ελληνικού λαού, Νικόλαος Γ. Πολίτης, Τόμος Β’, ΚΖ’ Λάμιες, σελ.205)

Ενότητα: Διάβολος

    Ο λύκος και ο διάβολος

   Το λύκο τον έφτιασε ο διάβολος αλλά δεν εμπόρηγε να τον κάμει να σηκωθεί και να  περπατήσει. Τότε ηύρε το Χριστό και του είπε πως έφτιασε ένα πράμα, αλλά δεν μπορεί να το κάνει να σηκωθεί και να περπατήσει. Τότες του είπε ο Χριστός «πάμε, να μου δείξεις». Και σαν είδε το λύκο ο Χριστός, του είπε: «Σήκω να φας τον πατέρα σου». Και αμέσως ο λύκος εσηκώθηκε και έφαγε το διάβολο, και για τούτο τον λένε λυκοφαγωμένο».

(Οι παραδόσεις του Ελληνικού λαού, Νικόλαος Γ. Πολίτης, Τόμος Β’, ΛΑ’ Διάβολος, σελ.232)

Ενότητα: Αίτια

   Γιατί τα σκυλιά μυρίζονται το ένα το άλλο
   Τα σκυλιά σαν έβλεπαν ότι εψόφαγαν τα σκυλιά, χωρίς γιατρό, αποφασίσανε και μαζέψανε λεφτά και εστείλανε ένα σκυλί στην Φραγκιά για να μάθει γιατρός και να τα γιατρεύει. Το σκυλί εκείνο, σαν να ήταν άνθρωπος, επήρε τα λεφτά και δεν εξαναγύρισε. Από τότες τα άλλα σκυλιά το ζητούνε και όντας ανταμωθούνε δυό σκυλιά, μυρίζεται το ένα το άλλο μήπως μυρίζει από γιατρικά, για να τσακώσουνε το γιατρό όπου τα εγέλασε.

(Οι παραδόσεις του Ελληνικού λαού, Νικόλαος Γ. Πολίτης, Τόμος Β’, ΛΘ’ Αίτια, σελ.350)

   Γιατί τα σκυλιά κυνηγάνε τις γάτες και οι γάτες τους ποντικούς

  Τα σκυλιά είχανε μια φορά μια δίκη, και επειδή αυτά είναι ρέμπελα, έδωσαν τα χαρτιά τους να τα φυλάξουν οι γάτες που είναι νοικοκυράδες. Οι γάτες τα έβαλαν απάνου στην αστράχα (γούνα  με σγουρό τρίχωμα νεογέννητων προβάτων) και εκεί επήγαν οι ποντικοί και τα έφαγαν. Για τούτο όταν βλέπουν τα σκυλιά τις κυνηγάνε και οι γάτες πάλιν κυνηγάνε τους ποντικούς γιατί τους έφαγαν τα χαρτιά και τις έβαλαν σε αμάχη με τους σκύλους.  

(Οι παραδόσεις του Ελληνικού λαού, Νικόλαος Γ. Πολίτης, Τόμος Β’, ΛΘ’ Αίτια, σελ.350)


 * * *   * * *   * * *   * * *   * * *     * * *   * * *   * * *   * * *   * * *
      
Νικόλαος Γ. Πολίτης

   Ο Νικόλαος Γ. Πολίτης  (Καλαμάτα 1852-Αθήνα 1921), εισηγητής του όρου για την ονομασία της επιστήμης, αποφοίτησε από το Γυμνάσιο της Καλαμάτας, σπούδασε φιλολογία (1868-1872) και νομικά (1874-1875) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Επιδιώκοντας να αντικρούσει τις απόψεις του αυστριακού ιστορικού Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράυερ (1790-1861)- σύμφωνα με τον οποίο οι σύγχρονοι Έλληνες δεν κατάγονταν από τους αρχαίους Έλληνες, αλλά από τους Σλάβους- ενδιαφέρθηκε να συγκεντρώσει όλα εκείνα τα στοιχεία του νεοελληνικού πολιτισμού που θα αποδείκνυαν το αντίθετο, δηλαδή τη φυλετική και ιστορική συνέχεια των Ελλήνων.
   Από το 1876 συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα άρχισε να εργάζεται στην βιβλιοθήκη της Βουλής. Το 1882 εκλέχθηκε υφηγητής της Ελληνικής Μυθολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1884 διορίστηκε στο Υπουργείο Παιδείας και το 1885 έγινε Γενικός Επιθεωρητής των Δημοτικών Σχολείων, αλλά το 1888 παραιτήθηκε από τη θέση αυτή. Το 1889 ανέλαβε, μαζί με τον ποιητή Γεώργιο Δροσίνη, τη Διεύθυνση του περιοδικού Εστία. Το 1890 εκλέχτηκε καθηγητής Μυθολογίας και Ελληνικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, του οποίου διετέλεσε και Πρύτανης. Το 1908 ίδρυσε την Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία και, από το 1909, εξέδιδε το περιοδικό της Λαογραφία. Το 1918, με προσωπικές του προσπάθειες, ιδρύθηκε το Λαογραφικό Αρχείο. Υπήρξε από τους ιδρυτές της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας. Από το 1899 άρχισε να δημοσιεύει, υπό την αιγίδα της Βιβλιοθήκης Μαρασλή, το ανεκτίμητο λαογραφικό έργο του «Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού», όπου εντάχθηκαν οι τέσσερις τόμοι των Παροιμιών και οι δύο τόμοι των Παραδόσεων. Το 1914 εξέδωσε το έργο του Εκλογαί και τραγούδια του ελληνικού λαού.

Πηγή:  Νικόλαος Γ. Πολίτης «Οι Παραδόσεις του Ελληνικού Λαού» τόμος Α’ και Β’