Πάτρα > Τοπικά Προιόντα


Μαυροδάφνη

   Η Μαυροδάφνη είναι ταυτισμένη με την σύγχρονη ιστορία του ελληνικού κρασιού, από τότε που, λίγο μετά τα μέσα του 19 αιώνα, ο Γουσταύος Κλάους έδωσε στο σκούρο σταφύλι της Αχαΐας το όνομα της λατρεμένης μελαχρινής ντόπιας μνηστής του. Η έμπνευση της οινοποίησης της Μαυροδάφνης όπως την ξέρουμε σήμερα ανήκει στον Κλάους, ο οποίος το 1854 εγκαταστάθηκε στην Πάτρα και στη συνέχεια ίδρυσε την οινοποιία Achaia-Clauss, με στόχο την παραγωγή και εμπορία της Μαυροδάφνης.
  
   Η Μαυροδάφνη αναφέρεται τόσο στο μαύρο σταφύλι, εγχώριο προϊόν της Αχαΐας, όσο και στο γλυκό ενισχυμένο κρασί (κρασί με υψηλη περιεκτικότητα σακχάρων) που παράγεται από αυτό.

   Η μαυροδάφνη αρχικά οινοποιείται σε μεγάλους κάδους που βρίσκονται εκτεθειμένοι στον ήλιο. Μόλις το κρασί φτάσει ένα συγκεκριμένο επίπεδο ωριμότητας, η ζύμωση σταματά με την προσθήκη αποστάγματος που ετοιμάστηκε από προηγούμενη συγκομιδή. Ύστερα, γίνεται απόσταξη της μαυροδάφνης και το κρασί, που περιέχει ακόμα υπολειμματικά σάκχαρα, μεταφέρεται σε υπόγεια κελάρια για να ολοκληρωθεί η ωρίμασνη τους. Εκεί "εκπαιδεύεται" με την επαφή με παλαιότερα κρασιά χρησιμοποιώντας την μέθοδο σειριακών μεταγγίσεων [σολέρα]. Όταν παλαιωθεί, το κρασί εμφιαλώνεται και πωλείται με την ελεγχόμενη ονομασία προέλευσης (ΟΠΕ) "Μαυροδάφνη".

   Η μαυροδάφνη είναι ένα μαυριδερό, σχεδόν αδιαφανές κρασί με ένα σκούρο καφέ καθρεπτίζον χρώμα και ένα μοβ-καφέ διαβιβάζον χρώμα. Παρουσιάζει αρώματα και γεύσεις από καραμέλα, σοκολάτα, καφέ, σταφίδες και δαμάσκηνα.

   Η τεντούρα είναι το παραδοσιακό ηδύποτο της Πάτρας, έχει πολύ γλυκιά και ευχάριστη γεύση (αλλά και αρκετά σημαντική περιεκτικότητα αλκοόλ) και παρασκευάζεται με αρωματισμό ή εκχύλιση, διαφόρων τύπων αποσταγμάτων, όπως ρούμι ή μπράντι ή και αλκοόλη ποτοποιίας με διάφορα βότανα και μπαχαρικά, με κύρια συστατικά την κανέλα και το γαρύφαλλο. Στην Πάτρα σήμερα όλες οι οινοποιίες κατασκευάζουν τεντούρα και η καθεμία με τη δική της ξεχωριστή γεύση.

   Η τεντούρα έχει μαύρο χρώμα και πολύ γλυκιά γεύση. Πίνεται σκέτη ή με πάγο σαν απεριτιφ, ακόμα και σαν χωνευτικό μετά το φαγητό λόγω των συστατικών της. Χρησιμοποιείται στην μαγειρική σαν αρωματικό στα φαγητά στα γλυκά στον καφέ και σε κοκτέιλ ποτών.

   Σύμφωνα με μία παράδοση η προέλευσή της ανάγεται στον 15ο αιώνα, την εποχή της Ενετοκρατίας. Οι παλιοί Πατρινοί ονόμαζαν την τεντούρα και «μοσχοβολήθρα» επειδή είχε έντονο άρωμα και την έπιναν συνήθως μετά από ένα καλό γεύμα, σαν χωνευτικό λικέρ, αλλά και κατά τα διαλείμματα μιας κοπιαστικής αγροτικής εργασίας, κυρίως στα αλώνια. Η ετυμολογική της προέλευση πιθανολογείται στη λατινική λέξη tinctura που μεταφράζεται ως «βάμμα - εκχύλισμα».

   Άλλη παράδοση λέει ότι φτιαχνόταν και πινόταν από λίγους καλόγερους και άρχοντες, άγνωστο πότε φτιάχτηκε πρώτη φορά και σύμφωνα με την παράδοση αυτή το ποτό αυτό δεν είχε όνομα. Όταν οι Φράγκοι κατέλαβαν την Πελοπόννησο και την χώρισαν σε βαρονίες άρχισαν να διοργανώνουν και αγώνες για την διασκέδαση τους τις γνωστές κονταρομαχίες. Σε μια τέτοια κονταρομαχία το 1218 νίκησε ο βαρόνος της Χαλανδρίτσας Κουράνδος, και δόθηκε γεύμα προς τιμήν του όπου σερβιρίστηκε και το ποτό. Τότε σηκώθηκε κάποιος και κάλεσε και τους υπόλοιπους να κάνουν πρόποση για τον νικητή φωνάζοντας "ten hurrah" , αυτοί σηκώθηκαν και φώναξαν "tent hurrah" και από έμεινε η ονομασία τεντούρα προς ανάμνηση του γεγονότος.


Λουκούμι

   Το λουκούμι είναι παραδοσιακό γλύκισμα. Σερβίρεται σε μικρά κυβικού σχήματος κομμάτια, και συχνά περιέχει αμύγδαλο, ενώ διατίθεται σε διάφορες γεύσεις οι πιο συνηθισμένες από τις οποίες είναι το τριαντάφυλλο (κόκκινο λουκούμι), το περγαμόντο περγαμόντο (πράσινο λουκούμι) και η μαστίχα (κίτρινο λουκούμι).

   Στην πόλη των Πατρών το λουκούμι έχει τη δική του ιστορία. Πηγές αναφέρουν ότι ήδη από το 1850 στην περιοχή μας υπάρχουν αρκετά εργαστήρια λουκουμιών και έτσι το λουκούμι
γίνεται η τοπική σπεσιαλιτέ.




Πηγές: Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια & http://www.in2life.gr